Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

χρονικό της μάχης της Γαράκλισε Κάρς

➤ από την διαδικτυακή φίλη Νούλα Φιλιππίδου λάβαμε μια εργασία της με το παραπάνω θέμα.
➤ μετά την Αυλίανα του Μεσοχαλδίου οι δικοί της βρέθηκαν στο Κάρς. Εκεί, μαζί με τους υπόλοιπους Ρωμιούς ενεπλάκησαν σε άλλες περιπέτειες. Αυτήν την φορά με τους Αρμένιους ...
φαίνεται τελικά ότι οι δυο λαοί δεν είχαν αλληλοεκτίμηση ...
➤ ευχαριστώ την συμπατριώτισσα μας για την συμμετοχή της στην σελίδα μας.

εντός του κύκλου είναι η περιοχή που διαδραματίσθηκαν τα εξιστορούμενα

Κάποτε γύρω στα 1800, ζούσε στα Αυλίανα του Πόντου, ο Φίλιππος Φιλιππίδης. Είχε δυο γιους τον Κωνσταντίνο ή Κόττα όπως τον φώναζαν και τον Θεόδωρο. Μια ημέρα πήγε στο μύλο να αλέσει αλεύρι. Την ίδια ώρα, πήγε στον ίδιο μύλο και ένας τούρκος μπέης. Βλέποντας τον ο μπέης να βάζει πρώτος το σιτάρι για να αλέσει, άρχισε να φωνάζει από μακριά ότι θα αλέσει πρώτος αυτός. Έτσι πιάστηκαν στα χέρια. Ο τούρκος έφαγε ένα καλό χέρι ξύλο, πήρε το σιτάρι του και έφυγε χωρίς να αλέσει αλεύρι. Λίγες ημέρες αργότερα έβαλε τα τσιράκια του και στήσανε ενέδρα στον Φίλιππο και τον δολοφόνησαν. Μετά από αυτό, ο μεγαλύτερος γιος του Φίλιππου, ο Κόττας, (ο οποίος τότε ήταν δεκαπέντε ετών), πήρε την μητέρα του και τον μικρότερο του αδελφό Θεόδωρο, (ο οποίος τότε ήταν οκτώ ετών) και φύγανε από τον Πόντο και πήγανε στο Κάρς. Εγκαταστάθηκαν στο χωριό Αφκά Τσαπίκ (δηλαδή στο Κάτω Τσαπίκ). Εκεί και παντρευτήκανε και απέκτησαν και οι δυο τις δικές τους οικογένειες. Ο Κόττας παντρεύτηκε τη Μυροφόρα και απέκτησαν μαζί τον Αβραάμ, τον Γεώργιο, τον Ιακώβ (ο οποίος ήταν δάσκαλος και βοήθησε να έλθουν στην Ελλάδα όλοι οι συγγενείς του , αλλά φτάνοντας στην Θεσσαλονίκη έβγαλε ένα σπυρί (νταλάκι), πήγε στο νοσοκομείο και ενώ θα μπορούσαν οι γιατροί να το καυτηριάσουν και να ζήσει ο άνθρωπος, του έκαναν μια ένεση και σε εικοσιτέσσερις ώρες μέσα πέθανε από υψηλό πυρετό, αφήνοντας χήρα τη γυναίκα του Κυριακή, χωρίς να προλάβουν να αποκτήσουν παιδιά), τον Ισαάκ, τον Ηλία, την Ελένη και την Ανάστα.


Ο Θεόδωρος παντρεύτηκε την Ελένη και απέκτησαν μαζί τον Φίλιππο, τον Λάζαρο, τον Λαυρέντιο, τον Κοσμά, τον Αλέξανδρο, την Μαρία και την Μάρθα. Έμειναν στο Αφκά Τσαπίκ ως τη μάχη της Γαράγλισε. To Aφκά Τσαπίκ απέχει από το Κάρς 45 xλμ. ενώ η Κετσηβάν (ή Κατσηβάν, από όπου κατάγεται η σύζυγος του Λαυρεντίου, Φωτεινή, Ξανθοπούλου το γένος), απέχει από το Κάρς 55 xλμ. και ανήκουν και τα δυο στην περιφέρεια του Κάγκισμαν. Το Κάγκισμαν απέχει από το Κάρς 82 χλμ. και ανήκει στο νομό του Κάρς με πρωτεύουσα το Κάρς. Η Κετσηβάν βρίσκεται κτισμένη πάνω σε ένα οροπέδιο, περιτριγυρισμένη από βουνά  και έχει το χωριό μόνο μια είσοδο, είναι προστατευμένο δηλαδή από τους εισβολείς.

Το Κυβερνείο του Κάρς ήταν ένα Σαντζάκι του Βιλαετίου του Ερζερούμ, της Τουρκίας όπου το 1878 παραχωρήθηκε στους Ρώσους. Στο Κυβερνείο του Κάρς υπήρχαν περίπου τότε 74 ελληνικά χωριά και επτά παροικίες όπου και ζούσαν κάπου 75.000 Έλληνες. Το Κυβερνείο του Κάρς περνούσε, πότε στα χέρια των Τούρκων και πότε στα χέρια των Ρώσων. Το 1915 οι Ρώσοι με τον τσάρο Νικολάι Ρομανόφ τον Β' , κατέλαβαν πάλι το Ερζερούμ. Όταν στη Ρωσία άλλαξε το καθεστώς με την Ρώσικη επανάσταση το 1917, έπεσε ο τσάρος και ανέλαβαν την εξουσία τα Σοβιέτ και έκλεισαν με τους Τούρκους τη συμφωνία του Μπρεστ-Λιτοφσκ στις 3 Μαρτίου του 1918, όπου και παραχωρούσαν το Κυβερνείο του Κάρς στους Τούρκους. Μετά την οπισθοχώρηση των Ρώσων από την περιοχή του Κάρς, τα στρατεύματα των τούρκων προχωρούσαν αμαχητί για να καταλάβουν την περιοχή. Οι Έλληνες που ζούσαν εκεί φοβούμενοι ότι οι Τούρκοι μόλις καταλάβουν τα εδάφη θα προβούν σε σφαγές, λεηλασίες και βιασμούς, άρχισαν να ξεσηκώνονται, να μαζεύονται και να ετοιμάζονται να φύγουν, άλλοι στην Ελλάδα και άλλοι στην Τσάλκα της Ρωσίας. Οι αρμένιοι, θέλοντας να κρατήσουν την περιοχή με σκοπό να δημιουργήσουν δική τους αυτονομία, ετέθησαν έναντι των τούρκων. Απώτερος σκοπός τους δεν ήταν μόνο η κατάληψη της περιοχής αλλά και η λεηλασία και απομάκρυνση του ελληνικού πληθυσμού από την περιοχή.

Στις 24 Μαρτίου του 1918 είχαν μαζευτεί στην Γαράκιλσε (ή Γαράγλισε) εννιά χωριά της περιοχής του Κάγκισμαν, από τα οποία τα δύο, το Ιβαν-Πωλ και το Ολουχλί έφυγαν χωρίς να περιμένουν για να ξεκουραστούν. Στην Γαράκιλσε όμως παρέμειναν τα χωριά Απάν και Αφκά Τσαπίκ, Σιλάχανα, Ορτοκιόι, Γιαλανγκούζ-Τσαμ και Κατσηβάν να ξεκουραστούν και να συνεχίσουν την πορεία τους προς το Κάρς. Πρόεδρος των χωριών αυτών, σαν μία κοινότητα, ήταν ένας κάτοικος που ήταν απόστρατος Ταγματάρχης του Ρώσικου στρατού. Τότε περίπου είκοσι Αρμένιοι οπλισμένοι, ήρθαν στην πλατεία του χωριού Γαράκιλσε και ζήτησαν από τους Έλληνες 10 άλογα για τον αρμένικο στρατό. Οι Έλληνες μάζεψαν κάπου τα άλογα και τους τα έδωσαν. Την επομένη το πρωί δηλαδή στις 25 Μαρτίου 1918, ξαναγύρισαν ζητώντας και άλλα 20 άλογα. Ο επικεφαλής των Ελλήνων, φοβούμενος ότι σε περίπτωση αναγκαστικής μετανάστευσης δεν θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν οι συγχωριανοί του, διότι ήταν τα απαραίτητα μεταφορικά μέσα για κάθε μία οικογένεια και το ζευγάρι των αλόγων τους που έζευαν στα κάρα τους, απάντησε πως δεν είχαν άλλα περίσσια άλογα και όσα υπήρχαν τα χρειάζονταν για να μπορέσουν να φύγουν. Αυτή η απάντηση δεν άρεσε στον αρμένιο αρχηγό, που γύρισε και του είπε «ένας από μας και δέκα από σας» και έβγαλε το όπλο του και πυροβόλησε τον Έλληνα πρόεδρο , (νομίζω Σταματιάδης στο επίθετο) και τον σκότωσε. Μετά, γύρισαν τα άλογα τους για να φύγουν. Ο Λαυρέντιος Φιλιππίδης, γιος του Θεόδωρου Φιλιππίδη, άρπαξε το όπλο του, (είχε πολεμήσει στο πλευρό των Ρώσων, τους Τούρκους και όταν έγινε η συμφωνία μεταξύ σοβιετικών και τούρκων και γύρισαν στα χωριά τους είχε το όπλο του) και πρώτος μαζί με άλλους, κυνήγησαν τους αρμένιους και σκότωσαν από τους είκοσι, τους περισσότερους. Οι άντρες από κάθε οικογένεια όλοι τους ήταν οπλισμένοι. Το περιστατικό αυτό έγινε λίγη ώρα μετά τον εκκλησιασμό της 25ης Μαρτίου.

Θα πρέπει να τονιστεί η παρουσία όλων των αντρών στο προσκλητήριο ομάδας άμυνας του ελληνικού πληθυσμού, αυτής της περιοχής. Οργάνωναν την άμυνα μπροστά από το χωριό, από τα βόρεια, από την πλευρά του Κάρς, απ’ όπου ήρθε και η ομάδα των αρμενίων. Ο Λαυρέντης Φιλιππίδης κυνηγώντας στο ύψωμα 3 αρμένιους τους πρόλαβε και τους σκότωσε. Όμως οι Έλληνες τον πέρασαν για αρμένιο και του έριξαν, αλλά αυτός, σταμάτησε για λίγο να ανεβαίνει το λόφο, σήκωσε το χέρι του και τους κάλεσε να έρθουν. Καταλαβαίνοντας ότι δεν είναι αρμένιος αλλά Έλληνας, σταμάτησαν να του ρίχνουν, έτρεξαν και συνέχισαν να πυροβολούν τους αρμένιους. Έπιασαν τα υψώματα και κράτησαν εκεί τους εχθρούς τους, οι οποίοι στο μεταξύ, ακούγοντας τους πυροβολισμούς άρχισαν να ανεβαίνουν τα χιονισμένα  υψώματα. Έπρεπε πάση θυσία να κρατηθεί το ύψωμα που δέσποζε από το βορρά. Έτσι άρχισε η μάχη της Γαράκιλσε. Το σύνολο των Ελλήνων που πήραν μέρος στη μάχη ανέρχεται στους τριακόσιους.

Όλο το απόγευμα της 25ης Μαρτίου και τη νύχτα της ίδιας μέρα, έγιναν πολλές επιθέσεις από τους αρμένιους, που προσπαθούσαν να σπάσουν την γραμμή άμυνας των Ελλήνων, χωρίς όμως κανένα θετικό αποτέλεσμα. Τα θύματα των αρμενίων ήταν πάρα πολλά. Οι δύναμη τους ανέρχονταν σε στρατό ενός συντάγματος και σε αριθμό περίπου στους 4,5 χιλιάδες.

Το πρωί της 26ης Μαρτίου ένας λόχος ιππικού των αρμενίων ήρθε από τα νότια του χωριού της Γαράκιλσε για να δει τι συμβαίνει. Η μικρή ελληνική ομάδα (ήταν όλοι τους κάτοικοι του συγκεκριμένου χωριού) που κρατούσε την είσοδο για το χωριό, τους σταμάτησε. Ο αξιωματικός των αρμενίων ζήτησε πληροφορίες από τον υπεύθυνο της ομάδας για το τι συμβαίνει με τους πυροβολισμούς που ακούγονταν από τα βόρεια του χωριού τους. Τους απάντησαν ότι το χωριό κατελήφθη από τουρκικό στρατό που πολεμούσε με τους αρμενίους και ότι η τουρκική δύναμη ήταν πολύ μεγάλη και πως το μόνο που μπορείτε να κάνετε εσείς (οι αρμένιοι) είναι να αλλάξετε πορεία και να πάτε σε άλλη περιοχή για να μην βρεθείτε κυκλωμένοι από τα τουρκικά στρατεύματα.

Το ίδιο βράδυ κατεβαίνει από το ύψωμα ο Λαυρέντιος στο χωριό για να το εκκενώσει. Βρήκε στην πλατεία κάτω από το κάρο του ξαπλωμένο τον πατέρα του να κοιμάται και του λέει: «Τι περιμένεις εδώ; Γιατί δεν παίρνεις την οικογένεια να φύγεις»; Και συνεχίζει λέγοντας: «Αύριο οι αρμένιοι θα φέρουν κανόνια από το Κάρς και θα μας χτυπήσουν, αναγκάζοντας μας να οπισθοχωρήσουμε από το σημείο που γίνεται η μάχη, εγκαταλείποντας το χωριό, οπότε θα μείνετε απροστάτευτοι και οι καταστροφές που θα προκληθούν θα είναι πολύ μεγάλες». (Αν έριχναν με τα κανόνια τους οι αρμένιοι τότε δεν θα μπορούσαν οι Έλληνες να τα βάλουν μαζί τους έχοντας μόνο τα τουφέκια τους και αναγκαστικά θα υποχωρούσαν για να έχουν τη δυνατότητα να φύγουν μαζί με τα όπλα τους  από το χωριό.) «Οι αρμένιοι θα μπουν στην Γαράκιλσε και θα σφάξουν όλους όσους βρουν , γι' αυτό και πρέπει όλοι να ανέβουν στα κάρα τους και να φύγουν, είτε στα γύρω βουνά , είτε πίσω στα χωριά τους». O Δάμων αφού πήρε τα παιδιά του αδελφού του αγκαλιά και οι αδελφές του σήκωσαν  στα χέρια τους τον πατέρα τους Θεόδωρο, ξαναγύρισαν με την μητέρα τους στο κάρο και με τα λιγοστά υπάρχοντα τους, στο χωριό τους Aφκά Τσαπίκ. Στην Γαράκιλσε έμειναν μόνο επτά γέροντες οι οποίοι αρνήθηκαν να φύγουν, λέγοντας μάλιστα κάποιοι από αυτούς ότι έχουν ταΐσει πολλούς αρμένιους «φίλους» τους. Έτσι έγινε η αρχή της εγκατάλειψης του χωριού και τα γυναικόπαιδα πήραν το δρόμο για την Τουρκία. Έτσι ξεσηκώθηκαν και τα επτά χωριά και κίνησαν να φύγουν.

Στο δρόμο, φτάνοντας σε κάποιο φυλάκιο στα νότια του χωριού, τους σταμάτησαν οι φύλακες (κάτοικοι της Γαράκιλσε) και θέλησαν να τους γυρίσουν πίσω. Τότε ο Λαυρέντιος ή Δάμων όπως τον φώναζε η μάνα του (επειδή δεν της άρεσε το όνομα Λαυρέντιος, όταν γέννησε τον μικρότερο γιο της, μετά από τον Λαυρέντιο και τον ονόμασε Κοσμά , τον φώναζε από τότε Δάμων, όπως Κοσμάς και Δαμιανός, και μέχρι που πέθανε όλοι τον φώναζαν Δάμων), τράβηξε το πιστόλι του απειλώντας τον φύλακα και τους διέταξε να τους αφήσουν να περάσουν. Αρχικά ο φύλακας δεν ήθελε να τους αφήσει να περάσουν αλλά ένας παπάς, φώναξε στον φύλακα να τους αφήσουν να περάσουν γιατί υπήρχε ο κίνδυνος να σφαγιασθούν από τους αρμένιους. «Δεν ντρέπεστε, ανοίξτε το δρόμο να περάσουν τα γυναικόπαιδα για να γλυτώσουν από την επικείμενη σφαγή, από τους αρμένιους. Δεν βλέπεις του λέει ότι ο άνθρωπος προσπαθεί να σώσει όχι μόνο τη δική του οικογένεια αλλά όλους μας από τη σφαγή; (δηλαδή και τα 7 χωριά). Κάνε στην άκρη λοιπόν να περάσουν όλοι». Έτσι ο φύλακας με την παρέμβαση του παπά, τους άφησε να περάσουν και να πάνε προς το Νότο. Με αυτόν τον τρόπο σώθηκαν από σίγουρη  σφαγή και τα εφτά χωριά.

Αφού απομακρύνθηκαν τα γυναικόπαιδα και η οικογένεια του από τον κίνδυνο, ο Δάμων επιστρέφοντας, συγκέντρωσε 25 οπλίτες πολύ νεαρής ηλικίας, από τους οποίους, μέχρι να φτάσουν στην Γαράκιλσε, είχαν μείνει μόνον δεκαοκτώ και αυτά ήταν απόλεμα παιδιά, μιας και δεν είχαν πολεμήσει ποτέ πριν, γιατί οι υπόλοιποι φοβούμενοι τη μάχη, το έσκασαν. Τα ξημερώματα της 27ης Μαρτίου έφτασαν πράγματι τα κανόνια των αρμενίων από το Κάρς και έπεσαν οι πρώτες οβίδες στους αμυνόμενους Έλληνες. Μετά από αυτό, οι Έλληνες αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν. Η άμυνα συνεχιζόταν. Μόλις ξαναγύρισαν στα βόρεια  της Γαράκιλσε, ο Δάμων τους έστησε στους φράχτες των σπιτιών, προστατεύοντας τους, καλύπτοντας τους έτσι που να μην φαίνονται από τους εχθρούς, ετοιμάζοντας την υποχώρηση των Ελλήνων και δίνοντας τους την εντολή να περιμένουν το δικό του σύνθημα, για να χτυπήσουν τους αρμένιους, οι οποίοι στο μεταξύ, είχαν καλέσει το σύνταγμα τους, αποτελούμενο από 3.000 μαχητές από το Κάρς, (όπου από την Γαράκιλσε απείχε 18 χλμ.) και σφυροκοπούσαν με τα κανόνια τους Έλληνες.

Ο Έλληνας λοχαγός έδωσε με το χέρι του το σύνθημα της υποχώρησης. Οι Έλληνες άρχισαν να υποχωρούν κατεβαίνοντας από τον λόφο προς το χωριό, όπου ο Δάμων τους έκανε νόημα να περάσουν στο βάθος του χωριού. Οι αρμένιοι βλέποντας την υποχώρηση των Ελλήνων, έβαλαν τις ξιφολόγχες στα όπλα τους και έτρεχαν να προφτάσουν τους υποχωρούντες Έλληνες για να τους καρφώσουν με αυτές, παρόλο που μπορούσαν να τους πυροβολήσουν και να τους σκοτώσουν. Τελευταίοι από όλους υποχωρούσαν τα δυο αδέλφια του Δάμωνα, ο Φίλιππος, μεγαλύτερος από τα αδέλφια του και ο μικρότερος Αλέξης (τα άλλα δυο αδέλφια του, ο Λάζαρος και ο Κοσμάς είχαν γυρίσει στο χωριό τους γιατί είχαν τελειώσει οι προμήθειες τους , πήραν αλεύρι ,ζύμωσαν και έψησαν ψωμί και όλα αυτά  πριν από την μάχη). Επίσης, μαζί με τον Αλέξη έρχονταν τελευταίος ο ξάδελφος τους Αβραάμ , γιος του Κόττα Φιλιππίδη.

Μόλις πέρασαν από τους φράχτες και αυτοί, ο Δάμων αφού περίμενε τους αρμένιους να πλησιάσουν αρκετά , φώναξε Πυρ , σήκωσε το όπλο του, σημάδεψε και πυροβόλησε λέγοντας στους υπόλοιπους «βαράτε τους στο ψαχνό». Στην πλαγιά του λόφου της Γαράκιλσε σκοτώθηκαν περίπου 170 αρμένιοι. Βλέποντας οι αρμένιοι να έχουν τόσες απώλειες, ο αξιωματικός τους έδωσε το σύνθημα της υποχώρησης. O Δάμων βλέποντας τους να υποχωρούν, έδωσε και εκείνος με την σειρά του, το σύνθημα της δικής τους υποχώρησης. Έτσι, υποχώρησαν και οι Έλληνες ανενόχλητοι, χωρίς να πάθουν το παραμικρό και οι τελευταίοι μαχητές έφυγαν από τη Γαράκιλσε.

Ο Δάμων κράτησε τη δική του ομάδα των 25 αντρών σαν οπισθοφυλακή παρατάσσοντας τους κατά πλάτος της εισόδου του χωριού και διέταξε τους άντρες του να καλυφθούν πίσω από τους φράχτες και τους αυλότοιχους των πρώτων σπιτιών, λέγοντας τους ότι θα ανοίξουν Πυρ μόλις δώσει αυτός το σύνθημα με τον πρώτο πυροβολισμό. Έτσι άφησε να περάσουν όλοι οι μάχιμοι Έλληνες, μέχρι και τον τελευταίο και όταν από πίσω τους έφτασαν οι αρμένιοι έδωσε το σύνθημα για Πυρ. Στη συμπλοκή εκείνη σκοτώθηκαν περίπου 170 αρμένιοι, με πολλούς τραυματίες γιατί το πεδίο μπροστά τους ήταν ανοιχτό. Με το τέλος της συμπλοκής και αφού οπισθοχώρησαν οι αρμένιοι, πήραν οι Έλληνες τα όπλα τους και έφυγαν.

Κατόπιν μπήκαν στο χωριό οι αρμένιοι και έσφαξαν όσους αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό. O Kαλλίνικος Γαβριηλίδης (από το Απάν Τσαπίκ), μεσολάβησε με τους Ρώσους και ήρθαν σε συμφωνία οι Έλληνες με τους αρμένιους ώστε να μπορέσουν οι πρώτοι να ανέβουν στα τραίνα και να φύγουν ανεμπόδιστοι. Μετά τη μάχη και τη συμφωνία που έγινε, γυρίζοντας στην Γαράκιλσε, βρήκαν οι Έλληνες τους επτά γέροντες σφαγμένους. Το χειρότερο είναι ότι οι αρμένιοι δε σεβάστηκαν ούτε τον θάνατο αυτών των ανυπεράσπιστων γερόντων αλλά βεβήλωσαν τον θάνατο τους. Σε κάποιους από αυτούς, απέκοψαν τα γεννητικά  όργανα  τους και τα τοποθέτησαν στο στόμα τους. Οι Έλληνες είχαν δυο πεσόντες νεκρούς στη μάχη. Ο ένας εκ των δυο νεκρών πολεμούσε όρθιος και βλέποντας τον ο Δάμων , του φώναξε να πολεμάει σκυφτός αλλά εκείνος του απάντησε ότι δε φοβάται τους αρμένιους γιατί δε ξέρουν καλό σημάδι, συνεχίζοντας να πολεμάει όρθιος, ώσπου κάποιο βλήμα τον βρήκε και τον σκότωσε. Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν συνολικά 10 άτομα. Ένας ο πρόεδρος της Γαράκιλσε που δολοφόνησαν, ένας οπλίτης με το όνομα Αβραάμ Γαβριηλίδης από το Τσαπίκ και ένας άλλος από το Ορτακιόι ή από το Γιαλαγκούζ-Τσαμ ήταν οι νεκροί στην μάχη και οι επτά σφαγμένοι γέροντες. Επίσης από την ομάδα των νεαρών του Λαυρέντη Φιλιππίδη σκοτώθηκαν 7 παιδιά. Τα κανόνια των αρμενίων ήταν περίπου 1500 μέτρα από τον τόπο της τελευταίας συμπλοκής. Αυτή η τελευταία μάχη της ομάδας του Λαυρέντη με τους αρμένιους και η καθυστέρηση, ήταν η χρυσή ώρα για τους Έλληνες των 7 χωριών για να απομακρυνθούν από την Γαράκιλσε και να σωθούν τόσες ζωές. Οι υπόλοιποι της ομάδας μαζί με τον αρχηγό τους οπισθοχώρησαν και αυτοί και το άλλο βράδυ συνάντησαν τα κέτσια των συγχωριανών τους. Έτσι έγινε η μάχη της Γαράκιλσε.

Κατόπιν ο Δάμων και όλοι οι δικοί του, αφού πήγαν στο Βατούμ  και παρέμειναν εκεί για δυο χρόνια περίπου, κατάφεραν να έλθουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα. Ήρθαν πρώτα στη Θεσσαλονίκη με πλοίο, μετά τους έστειλαν στην Κυριακή του νομού Έβρου και αργότερα αυτοί, το 1937, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στους Υφαντές του νομού Ροδόπης. O Δάμων γεννήθηκε το 1892 και πέθανε από ανακοπή καρδιάς, στις 28 Σεπτεμβρίου του 1958. H σύζυγος του Φωτεινή (ή Φώνη όπως τη φώναζαν) γεννήθηκε το 1899 και πέθανε από σακχαρώδη διαβήτη στις 13 Δεκεμβρίου του 1961.

Το 60 τοις εκατό, μόνο, των Ελλήνων κατάφεραν να φτάσουν στην Ελλάδα. Από τους Πόντιους, λίγοι κατάφεραν να φτάσουν στην περιοχή της Τσάλκας της Γεωργίας και να σωθούν, ενώ οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους σφαγιάσθηκαν από τους τούρκους.

Καλλίνικος Γαβριηλίδης: Γεννήθηκε στο Απάν Τσαπίκ. Δε γνωρίζω το βαθμό που είχε στο ρωσικό στρατό, αλλά οι πληροφορίες που προέρχονταν από τον Δάμωνα Φιλιππίδη, από τον γιο του Δάμωνος, Θεόδωρο και από συγγενείς του Καλλίνικου (η εξαδέλφη του Ελισάβετ ήταν παντρεμένη με τον αδελφό του Δάμωνος, Φίλιππο, καθώς επίσης συγγενείς του ήταν και ο μετέπειτα υπουργός στην Ελλάδα Κωνσταντίνος Γαβριηλίδης) τον αποκαλούσαν συνταγματάρχη. Δε βρισκόταν στη μάχη αλλά έτρεξε αμέσως μόλις την πληροφορήθηκε. Αυτός μεσολάβησε με τους ρώσους και Αρμένιους και σταμάτησαν οι εχθροπραξίες. Τιμώρησε ο ίδιος προσωπικά τον Αρμένιο συνταγματάρχη που έδωσε την εντολή για να ξεκινήσουν οι εχθροπραξίες στην Γαράκιλσε. Συναντήθηκαν τα δυο συντάγματα σε σιδηροδρομικό σταθμό, ανέβασε τους άνδρες του στο τραίνο και βγάζοντας το όπλο του, πυροβόλησε τον Αρμένιο συνταγματάρχη, σκοτώνοντας τον και λέγοντας πως για κάθε ελληνικό ρουθούνι που στάζει θα πέφτουν χίλιοι Αρμένιοι. Κατόπιν πήδηξε ο ίδιος στο τραίνο και έφυγαν. Τα εξαδέλφια του τον απέτρεψαν να έλθει στην Ελλάδα, επειδή φοβήθηκαν για τη ζωή του. Ήταν γερό παλικάρι και ατρόμητος. Παντρεύτηκε Γεωργιανή και έμεινε εκεί. Όταν ανέλαβε ο Ιωσήφ Στάλιν, πολλούς από τους οποίους ήταν γερά παλικάρια και τους θεωρούσε ως πιθανούς αντιπάλους του στο κόμμα, αρχικά τους εξοστράκιζε και κατόπιν τους εκτελούσε. Ένας από αυτούς ήταν και ο Καλλίνικος Γαβριηλίδης όπου αρχικά τον έστειλε σε άλλο μακρινό μέρος και μετά τον εκτέλεσε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: